Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

Ποια ήσουν πριν;

  Τυχαίνει έτσι μερικές φορές και χάνεις κάτι που αγαπάς. Κάτι πολύτιμο. Που το διάλεξες , το φρόντισες, επένδυσες σε αυτό, έβαλες την ψυχή σου. Μα, τι να κάνουμε, το χάνεις. Και νιώθεις μισός. Μόνος. Τα πράγματα είναι έτσι τώρα. Τι κάνεις;


  Μια καλή λύση είναι να θυμηθείς ποιος ήσουν πριν βάλεις στη ζωή σου αυτό που τώρα έχασες. Μπορεί στην αρχή να μην σου αρέσουν καθόλου αυτά που σου έχουν απομείνει. Αυτό, όμως, συμβαίνει, επειδή ,για να χωρέσει αυτό το κάτι στις προτεραιότητές σου, άφησες άλλα πράγματα που σε αποτελούσαν. Και τώρα, τα έχεις σχεδόν ξεχάσει.

  Φτάνει μια βόλτα στην παλιά σου γειτονιά, με το ποδήλατο που σε συνόδευε κάθε μέρα στο σχολείο, στο φροντιστήριο, στις εξόδους με τις φίλες σου,για να θυμηθείς κάποια κομμάτια σου. Μια βόλτα που θα σου θυμίσει κάθε γωνιά απ' την οποία πέρασες, αυτές τις μεγάλες εκτάσεις από στάχυα και χόρτα που έβλεπες κάθε μέρα όταν ξυπνούσες, το παρκάκι που έδωσες το πρώτο σου φιλί, την πλατεία που σύχναζες με τις φίλες σου. Α! Δες αυτό το συντριβάνι. Σε είχαν ρίξει μέσα ένα καλοκαίρι. Δες κι αυτό το δρομάκι, είχες περάσει κλαίγοντας ένα βράδυ. Γιατί έκλαιγες;
Δεν το πιστεύω! Θυμάσαι αυτό το σκυλί που σε κυνήγησε εκείνο το απόγευμα και έτρεχες σαν τρελή; Ακόμα ζει; Το περίπτερο που αγόραζες κάθε μέρα βυσσινάδα και ζελεδάκια; 


  Αλλά και μες στο σπίτι σου θα βρεις τον παλιό, χωρίς το κομμάτι που έφυγε, εαυτό σου. Όλα τα παλιά σου ημερολόγια... μέχρι και τι έφαγες το μεσημέρι έγραφες. Σίγουρα εκεί υπάρχει απόδειξη ότι ξανά αισθάνθηκες στεναχωρημένη και μόνη. Αλλά έπειτα από δέκα σελίδες, θυμάσαι τι συνέβη και αυτό άλλαξε; Δες πόσα πράγματα εδώ μέσα... φιλικά γράμματα, ερωτικά ραβασάκια, τραγούδια... εδώ ήταν αυτό το μπλουζάκι; Θυμάμαι πότε μου πήραν αυτό το αρκουδάκι. Και τι του είπα εκείνο το βράδυ που πέσαμε στο κρεβάτι. Αυτά είναι τα παππουτσάκια της ρυθμικής; Τι μικρά! Για στάσου, στο βίντεο παίζει μια παλιά παράσταση. Θυμάσαι εκείνες τις διακοπές με τους γονείς σου;

  Είναι λιγάκι αστείο. Κοιτάζω σε μια φωτογραφία αυτό το μωρό που παίζει με τα παπάκια του στο μπάνιο και θέλω να του πω,σαν φωνή που έρχεται από το μέλλον : Που να ήξερες τότε εσύ βρε νιάνιαρο! Χαμός έχει γίνει, μικρό  παιδάκι. Γιατί να στο πω , όμως; Καλά είσαι εκεί που είσαι. Αν μάθαινες όλες τις στραβές που θα περάσεις, πιθανότατα δεν θα ήθελες να βγεις απ' το σπίτι. Αλλά αν δεν το κάνεις, δεν θα ζήσεις και όλα τα όμορφα πράγματα που έζησα. Πρέπει να συνεχίσεις. Όπως ακριβώς έκανα κι εγώ όταν ήμασταν ένα.
  Όταν φτάσεις στο καρέ που βρίσκομαι τώρα, παιδάκι, θα φοβηθείς πολύ. Θα νομίσεις πως ποτέ ξανά δεν θα βρεις ένα τόσο ταιριαστό κομμάτι σαν κι εκείνο που έφυγε. Αλλά, θα το πεις κι άλλη φορά αυτό πριν να φτάσεις στη σημερινή λήψη, το θυμάμαι.

  Θέλω να ξέρεις, πως σε καμαρώνω μικρό παιδάκι. Κοίτα, θα τα κάνεις τα λάθη σου και θα είναι και πολλά ,μα θα είσαι καλό παιδί. Γι αυτό κι εγώ θα σε προσέχω. Και θα είμαι πάντα μαζί σου. Θα μεγαλώνουμε μαζί. Προς το παρόν, θα πάρω λίγη μαγεία απ' το χαμόγελό σου για να συνεχίσω. 

Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Μαρίνα

The little girl just could not sleep 
because her thoughts were way too deep
Her mind was gone out for a stroll 
and fallen down the rabbit hole...




Αυτό το κορίτσι δεν θα το ξεχάσω ποτέ.

Γνώρισα τη Μαρίνα στην πτέρυγα του ψυχιατρείου.
Καθόμουν σε μια καρέκλα όταν ήρθε με τη μητέρα της. Ήταν μια κοπέλα γύρω στα 27, μετρίου αναστήματος, λεπτή , με σχιστά και ταλαιπωρημένα μάτια. Η μητέρα της ήταν μικροκαμωμένη, κι αυτή κουρασμένη μα αισιόδοξη. Έστεκε βράχος δίπλα της. Της μιλούσε για απλά πράγματα, καθημερινά και απλά. Η Μαρίνα ήταν σιωπηλή και κοιτούσε το κενό. Κάθε πότε , όταν δεν άντεχε την αναμονή, ρωτούσε πού ήταν η γιατρός που περίμενε. Κάνε υπομονή, της έλεγε η μαμά της, σε λίγο θα έρθει η σειρά μας. Συχνά, σηκωνόταν, έφευγε από το δωμάτιο αναμονής σαν να την ενοχλούσε η φασαρία. Σαν να ήταν έτοιμη να εκραγεί μα κρατιόταν. Στο πρόσωπό της, ανάμεικτη η απελπισία, η κούραση , η ενόχληση αλλά και μια περίεργη ηρεμία. Πού και πού μου έριχνε μια πλάγια ματιά , γρήγορη και εξεταστική με αυτά τα σχιστά , καστανά μάτια μα δεν με πείραζε καθόλου. Δεν το έκανε από αγένεια. Μου θύμισε όταν ήμουν παιδί που έριχνα κλεφτές ματιές σε άλλα παιδάκια από απλή περιέργεια και ενδιαφέρον. Λες και σε λίγο θα με ρωτούσε αν θέλω να γίνουμε φίλες...

Η μητέρα της έπιασε συζήτηση με μια άλλη κυρία και η συζήτηση επεκτάθηκε και σε μένα. Έμαθα ότι η Μαρίνα είχε κάποια νευρολογικά προβλήματα αρχικά. Μία σπάνια πάθηση ή κάτι τέτοιο. Έπαιρνε φάρμακα, όμως, και ήταν όλα καλά. Ζούσε με τον αραβωνιαστικό της και δούλευε. Ώσπου αποφάσισε να τα σταματήσει στα κρυφά. Ύστερα απ' αυτό, έπαθε ψυχωτικό επεισόδιο. Ο κόσμος της έμοιαζε εχθρικός και αφιλόξενος. Αλλά το Μαρινάκι μου, ήταν η χαρά της ζωής και θα πάνε όλα καλά, άκουγα τη μαμά της...

Θυμάμαι πως από τη στιγμή που είδα τη Μαρίνα αισθάνθηκα να νοιάζομαι γι αυτή. Υπήρχε ένα καθρέφτισμα κάπου. Ίσως επειδή μοιάζαμε. Ίσως επειδή έχω αισθανθεί αυτή τη σιωπή της, αυτό το κενό βλέμμα, αυτή την απελπισία, μια "αδυναμία" που μας έφερνε στον ίδιο χώρο, μία δυνατή μητέρα που χρειάστηκε να ταλαιπωρήσουμε. Κι όταν με κοίταζε έτσι δειλά και ήρεμα, νόμιζα πως κάπως το ένιωθε κι εκείνη. Πως κάπως μου ζητούσε λίγη βοήθεια ή μια πράξη αγάπης, όπως θα ήθελε ο καθένας να έχει από το πρόσωπο που βλέπει στον καθρέφτη. Της χαμογελούσα. Ένα χαμόγελο μικρό και ήρεμο μα τόσο αληθινό. Έβγαινε κατευθείαν από την καρδιά μου, αφιλτράριστο και αυθεντικό. Μαζί του έστελνα την ανησυχία μου, την κατανόηση και τις καλύτερες ευχές που μπορούσα να σκεφτώ...

Η μητέρα της με ρώτησε γιατί ήμουν εκεί και της είπα την ιστορία μου για τις κρίσεις πανικού. Αισθάνθηκα από αυτή την οικογένεια το ίδιο νοιάξιμο που είχα κι εγώ για τις ίδιες. Μέσα σε λίγες λέξεις και λίγα λεπτά. Εύχονταν να είμαι καλά και το ήξερα. 

Ήθελα να μιλήσω στη Μαρίνα. Να ακούσω τη φωνή της. Να την καταλάβω. Πιάστηκα από κάτι μηδαμινό και τη ρώτησα τι σπούδασε. Εκείνη μου απάντησε με ένα κοφτό τρόπο, σαν να έπρεπε να το πει όλο με μια ανάσα, όπως όταν μας εξέταζαν στην ιστορία. Σαν να της απηύθυναν το λόγο τόσο σπάνια πλέον και ήθελε να τα πει όλα σωστά. Ήθελα να τη ρωτήσω κι άλλα πράγματα και να της πω άλλα τόσα. Ήθελα να την ξαναδω, να τη βοηθήσω ίσως, να γνωρίζω ότι θα είναι καλά. Δεν είπα τίποτα όμως. Δε χρειαζόταν. Ο χώρος γύρω μας ήταν πλημμυρισμένος από όλα αυτά που δεν ξεστομίζαμε. Και γι αυτό ήταν περιττά. Η Μαρίνα ήξερε πως ναι, ήθελα να γίνουμε φίλες...

Τις στιγμές που έφευγε από το δωμάτιο μου μετέφερε όλη τη στεναχώρια και τη θολούρα της. Κι είχα τόσο μεγάλη ανάγκη να σηκωθώ και να την αγκαλιάσω. Να της πω πόσο όμορφη είναι και πόσο σίγουρη είμαι ότι θα βγει από τη φυλακή της.

Έβλεπα στην κοπέλα αυτή τον καθένα από εμάς. Όλοι θα μπορούσαμε να είμαστε στη θέση της. Στο δωμάτιο αναμονής ενός ψυχιατρείου. Σ' ένα ψυχιατρείο; Απαπα! Μακριά! Αυτά είναι για τους τρελούς. Μόνο που εγώ δεν γνώρισα καμία τρελή κοπέλα σε αυτό το δωμάτιο. Είδα πόνο αλλά και ελπίδα. Είδα στήριξη από την οικογένεια. Άσπρο και μαύρο. Επιθυμία για αγάπη και ζωή. Καλή ζωή. Σαν να θυμίζει λίγο τη ζωή όλων μας... Ή μου φαίνεται;


Φώναξαν τον όνομά μου κι έπρεπε να φύγω. Χαιρέτησα τη μητέρα της και τη Μαρίνα ξεχωριστά. Με κοίταξε στα μάτια , πράγμα που σημαίνει ότι άφησε για λίγο το κενό της και μου είπε : "Γεια σου κοπέλα μου!"
Ένα "μου" που ήξερα τι σήμαινε.
Ήταν η πιο σύντομη και η πιο ξεχωριστή φιλία που έζησα ποτε!

Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Εθελοτυφλούσα πεποίθηση

Είχα πάντα αυτή την ψευδαίσθηση, πως αν φωνάξεις κάποιον με όοολη σου την καρδιά, εκείνος θα τ' ακούσει και ως δια μαγείας θα νοιαστεί και θα τρέξει να σε φροντίσει (!) .
Αυτό ,όμως, όπως διαπίστωσα, δεν είναι παρά μια παιδική, εθελοτυφλούσα και εντελώς αβάσιμη πεποίθηση ,που το μόνο που έχει να σου δώσει είναι φρούδες ελπίδες για κάτι που δεν πρόκειται να συμβεί στον αιώνα τον άπαντα.  Κι αυτό γιατί οι άνθρωποι δεν είναι τηλεπαθητικές συσκευές που πιάνουν σήματα στον αέρα, μα κοινωνικά όντα που καταλαβαίνουν μόνο με αλληλεπιδράσεις - ή ούτε και τότε!- .
Τέλειο; Έφτασα είκοσι για να το χωνέψω.

(Βέβαια, επειδή είμαι και λίγο του πνευματισμού, αφήνω ένα παραθυράκι στην πεποίθηση ότι τηλεπάθεια θα μπορούσε όντως να υπάρξει μεταξύ δύο ατόμων που έχουν βιώσει την ουσιαστική αγάπη και τον πραγματικό δεσμό. Κι αν, επίσης, δεχτούμε ότι υπάρχει κάποια πνευματική οντότητα που "συνδέει" τον εγκέφαλο του πομπού με αυτόν του δέκτη , μεταβιβάζοντας το πολυπόθητο νοητικό μήνυμα. Τι λέω, όμως, τώρα ε;)

Επιστρέφοντας στα πιο "λογικά"... όσο και να φωνάξουμε, λοιπόν, τζάμπα το κάνουμε. Υπάρχει λόγος που δημιουργήθηκε η γλώσσα ή το τηλέφωνο λόγου χάρη. Όσο και να κλάψεις, όσο και να χτυπηθείς, για το άλλο άτομο είναι ένα και το αυτό. Συνεπώς, είσαι μόνος . Και ο μοναδικός που ακούει τα τσιριχτά και τα αναφιλητά σου, είσαι εσύ ο ίδιος. Και τώρα που το σκέφτομαι, ίσως και καλύτερα. Φαντάζεσαι να ένιωθες όλο τον πόνο που προκάλεσες στους τόσους ανθρώπους που πέρασαν απ΄τη ζωή σου;


Και γιατί όλος αυτός ο κακός χαμός;  Γιατί, δηλαδή, να πονάμε τόοοσο πολύ και να ρωτάμε με παράπονο "Γιατί μου έκανες αυτό;" και "Γιατί μου έκανες εκείνο;" περιμένοντας από τον άλλο να συγκινηθεί ;  Για μένα, τουλάχιστον, τα παθαίνουμε γιατί θέλουμε να ζούμε σε παραμύθια. Ενώ, δηλαδή, ο κάθε άνθρωπος μπορεί να αντιδράσει στα ερεθίσματά μας με όποιον τρόπο εκείνος επιλέξει, εμείς επιμένουμε να κάνουμε προβλέψεις και να νομίζουμε πως αυτό έχει κάποια σημασία. Έχοντας, έτσι, συγκεκριμένες προσδοκίες από αυτούς που βρίσκονται στη ζωή μας, απογοητευόμαστε τη μία φορά μετά την άλλη. Είναι σαφώς δύσκολο να καταλάβει κανείς πως οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι. Και δεν έχουμε το δικαίωμα να περιμένουμε τίποτα από κανέναν. Ο μόνος που μπορούμε να ελέγξουμε -και πάλι, όχι πάντα και όχι πλήρως- είναι ο εαυτός μας.
Τη στιγμή που συνειδητοποιήσουμε πως κάποια πράγματα δεν μπορούμε να τα ελέγξουμε, αποδεσμευόμαστε από μια μεγάλη παρανόηση. Μία παρανόηση που μπορεί να μας οδηγήσει σε μεγάλο πόνο , καθώς ο εγωισμός βρίσκει πάντα έναν τρόπο να τρώει τα μούτρα του. Ας μην είμαι σκληρή, όμως. Άνθρωποι είμαστε και ανέκαθεν μαθαίναμε έτσι. Με δοκιμή και λάθος. Δοκιμή και λάθος.  Ώσπου κάποια δοκιμή θα φέρει κάτι σωστό.

Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω  είναι πως είναι ανόητο και άδικο ,για τον εαυτό σου κυρίως, να βασανίζεσαι θεωρώντας πως μπορείς να ελέγξεις με τον τρόπο αυτό, έστω και έμμεσα, τις καταστάσεις. Αν θες,κλάψε μα καν'το για τον εαυτό σου. Το κλάμα σου δεν θα ευαισθητοποιήσει κανένα,αφού ο άνθρωπος που έχεις απέναντι σου, για να έκανε ό,τι έκανε, το σκέφτηκε και το αποφάσισε. Κι όσο κι αν η καρδούλα σου ήθελε κάποια συγκεκριμένα πράγματα, η επιθυμία της αυτή, δεν μπορεί και να τα φέρει.



Ησύχασε, λοιπόν.μικρή καρδιά, και μη ρωτάς άλλο "γιατί;".  Γιατί έτσι. Το αποτέλεσμα είναι ίδιο. Αυτά είναι τα δεδομένα σου και συγχώρεσε τη σκληρότητά μου. Μα σιχάθηκα να σε νιώθω έτσι αδύναμη και μετέωρη. Σταμάτα πια όλα να τα θες του χεριού σου. Αυτός είναι ο λόγος που υποφέρεις. Δεν αποδυναμώνεσαι όταν οι άνθρωποι δρουν ελεύθερα, μα όταν τους πεισμώνεις που το κάνουν.

Και για να ικανοποιήσω λιγάκι τον πόθο σου για παραμύθι ,θα σου πω, πως ,αν ο άνθρωπος αυτός που με όλη σου τη δύναμη φωνάζεις, δεν απαντά, τότε μάλλον δεν ήτανε για σένα. Θα έρθει, κάποτε, εκείνος ο ξεχωριστός κάποιος που θα σε επιλέγει, κάθε στιγμή, ελεύθερα και με όλη τη δική του καρδιά. Μέχρι τότε, μην βολεύεσαι με τα ψίχουλα γιατί δεν τα αξίζεις.

Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

Το εγωϊστάκι

Καθημερινοί εφιάλτες 

που δε βλέπεις στον ύπνο σου
αλλά ζεις.
και δεν γνωρίζεις γιατί αποτελούν εφιάλτη

Δεν ξέρω πώς και γιατί
αυτό το πραγματάκι
σαν εφιάλτη τα μάτια μου αναγνωρίζουν
και με απειλή
με μεγάλο κίνδυνο
το ταυτίζουν.

Μπλέκομαι στους λαβυρίνθους μου
τους εγκεφαλικούς
και περιπλανιέμαι 
ώρα πολλή,
Όχι πραγματική, μα ψυχική ώρα
Ατέλειωτη και αχρήστως σπαταλημένη

Κάπου αισθάνομαι ένα μεγάλο κακό
σε πράγματα μικρά

κανονικά, αστεία
που το μυαλό μου λανθασμένα μπερδεύει με λοιμούς.

Ξέρω πως κάπου παράλληλα
σε μιαν άλλη ζωή
θα γελούσα 
και θα αγαπούσα περισσότερο τους ανθρώπους για τα πραγματάκια αυτά
μα σε αυτή τη ζωή
κάτι στο είναι μου

ταρακουνιέται

και όλο γκρινιάζει και μιζεριάζει
κι εγώ θέλω να το πιάσω  απ τα μαλλιά
-για να μην πω απ τα μυαλά-
και να του τα βγάλω τρίχα τρίχα
μετά να το βάλω  στη γωνία, να σταθεί σαν πελεκάνος
για να σκεφτεί.

το ακούω εκεί απ τα έγκατα
να μου κλαψουρίζει.
"κατάλαβέ με" , να λέει

"είμαι ακόμα παιδί 
και τα παιδιά έχουν δικαίωμα 
τα κλάματα να βάζουν"

κι έτσι μου 'ρχετε
να του βάλω τις φωνές και να του πω 
πως

ο παιδικός του χρόνος τέλειωσε
και καλώς ήρθες, μικρό μου εγωϊστάκι ,
στον κόσμο των μεγάλων.
όπου τα κλάματά σου

δεν έχουν σημασία 
και για το θάνατο μιας μύγας
-που λέει ο λόγος-
δεν επιτρέπεται να κλαις.