Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Εθελοτυφλούσα πεποίθηση

Είχα πάντα αυτή την ψευδαίσθηση, πως αν φωνάξεις κάποιον με όοολη σου την καρδιά, εκείνος θα τ' ακούσει και ως δια μαγείας θα νοιαστεί και θα τρέξει να σε φροντίσει (!) .
Αυτό ,όμως, όπως διαπίστωσα, δεν είναι παρά μια παιδική, εθελοτυφλούσα και εντελώς αβάσιμη πεποίθηση ,που το μόνο που έχει να σου δώσει είναι φρούδες ελπίδες για κάτι που δεν πρόκειται να συμβεί στον αιώνα τον άπαντα.  Κι αυτό γιατί οι άνθρωποι δεν είναι τηλεπαθητικές συσκευές που πιάνουν σήματα στον αέρα, μα κοινωνικά όντα που καταλαβαίνουν μόνο με αλληλεπιδράσεις - ή ούτε και τότε!- .
Τέλειο; Έφτασα είκοσι για να το χωνέψω.

(Βέβαια, επειδή είμαι και λίγο του πνευματισμού, αφήνω ένα παραθυράκι στην πεποίθηση ότι τηλεπάθεια θα μπορούσε όντως να υπάρξει μεταξύ δύο ατόμων που έχουν βιώσει την ουσιαστική αγάπη και τον πραγματικό δεσμό. Κι αν, επίσης, δεχτούμε ότι υπάρχει κάποια πνευματική οντότητα που "συνδέει" τον εγκέφαλο του πομπού με αυτόν του δέκτη , μεταβιβάζοντας το πολυπόθητο νοητικό μήνυμα. Τι λέω, όμως, τώρα ε;)

Επιστρέφοντας στα πιο "λογικά"... όσο και να φωνάξουμε, λοιπόν, τζάμπα το κάνουμε. Υπάρχει λόγος που δημιουργήθηκε η γλώσσα ή το τηλέφωνο λόγου χάρη. Όσο και να κλάψεις, όσο και να χτυπηθείς, για το άλλο άτομο είναι ένα και το αυτό. Συνεπώς, είσαι μόνος . Και ο μοναδικός που ακούει τα τσιριχτά και τα αναφιλητά σου, είσαι εσύ ο ίδιος. Και τώρα που το σκέφτομαι, ίσως και καλύτερα. Φαντάζεσαι να ένιωθες όλο τον πόνο που προκάλεσες στους τόσους ανθρώπους που πέρασαν απ΄τη ζωή σου;


Και γιατί όλος αυτός ο κακός χαμός;  Γιατί, δηλαδή, να πονάμε τόοοσο πολύ και να ρωτάμε με παράπονο "Γιατί μου έκανες αυτό;" και "Γιατί μου έκανες εκείνο;" περιμένοντας από τον άλλο να συγκινηθεί ;  Για μένα, τουλάχιστον, τα παθαίνουμε γιατί θέλουμε να ζούμε σε παραμύθια. Ενώ, δηλαδή, ο κάθε άνθρωπος μπορεί να αντιδράσει στα ερεθίσματά μας με όποιον τρόπο εκείνος επιλέξει, εμείς επιμένουμε να κάνουμε προβλέψεις και να νομίζουμε πως αυτό έχει κάποια σημασία. Έχοντας, έτσι, συγκεκριμένες προσδοκίες από αυτούς που βρίσκονται στη ζωή μας, απογοητευόμαστε τη μία φορά μετά την άλλη. Είναι σαφώς δύσκολο να καταλάβει κανείς πως οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι. Και δεν έχουμε το δικαίωμα να περιμένουμε τίποτα από κανέναν. Ο μόνος που μπορούμε να ελέγξουμε -και πάλι, όχι πάντα και όχι πλήρως- είναι ο εαυτός μας.
Τη στιγμή που συνειδητοποιήσουμε πως κάποια πράγματα δεν μπορούμε να τα ελέγξουμε, αποδεσμευόμαστε από μια μεγάλη παρανόηση. Μία παρανόηση που μπορεί να μας οδηγήσει σε μεγάλο πόνο , καθώς ο εγωισμός βρίσκει πάντα έναν τρόπο να τρώει τα μούτρα του. Ας μην είμαι σκληρή, όμως. Άνθρωποι είμαστε και ανέκαθεν μαθαίναμε έτσι. Με δοκιμή και λάθος. Δοκιμή και λάθος.  Ώσπου κάποια δοκιμή θα φέρει κάτι σωστό.

Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω  είναι πως είναι ανόητο και άδικο ,για τον εαυτό σου κυρίως, να βασανίζεσαι θεωρώντας πως μπορείς να ελέγξεις με τον τρόπο αυτό, έστω και έμμεσα, τις καταστάσεις. Αν θες,κλάψε μα καν'το για τον εαυτό σου. Το κλάμα σου δεν θα ευαισθητοποιήσει κανένα,αφού ο άνθρωπος που έχεις απέναντι σου, για να έκανε ό,τι έκανε, το σκέφτηκε και το αποφάσισε. Κι όσο κι αν η καρδούλα σου ήθελε κάποια συγκεκριμένα πράγματα, η επιθυμία της αυτή, δεν μπορεί και να τα φέρει.



Ησύχασε, λοιπόν.μικρή καρδιά, και μη ρωτάς άλλο "γιατί;".  Γιατί έτσι. Το αποτέλεσμα είναι ίδιο. Αυτά είναι τα δεδομένα σου και συγχώρεσε τη σκληρότητά μου. Μα σιχάθηκα να σε νιώθω έτσι αδύναμη και μετέωρη. Σταμάτα πια όλα να τα θες του χεριού σου. Αυτός είναι ο λόγος που υποφέρεις. Δεν αποδυναμώνεσαι όταν οι άνθρωποι δρουν ελεύθερα, μα όταν τους πεισμώνεις που το κάνουν.

Και για να ικανοποιήσω λιγάκι τον πόθο σου για παραμύθι ,θα σου πω, πως ,αν ο άνθρωπος αυτός που με όλη σου τη δύναμη φωνάζεις, δεν απαντά, τότε μάλλον δεν ήτανε για σένα. Θα έρθει, κάποτε, εκείνος ο ξεχωριστός κάποιος που θα σε επιλέγει, κάθε στιγμή, ελεύθερα και με όλη τη δική του καρδιά. Μέχρι τότε, μην βολεύεσαι με τα ψίχουλα γιατί δεν τα αξίζεις.

Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

Το εγωϊστάκι

Καθημερινοί εφιάλτες 

που δε βλέπεις στον ύπνο σου
αλλά ζεις.
και δεν γνωρίζεις γιατί αποτελούν εφιάλτη

Δεν ξέρω πώς και γιατί
αυτό το πραγματάκι
σαν εφιάλτη τα μάτια μου αναγνωρίζουν
και με απειλή
με μεγάλο κίνδυνο
το ταυτίζουν.

Μπλέκομαι στους λαβυρίνθους μου
τους εγκεφαλικούς
και περιπλανιέμαι 
ώρα πολλή,
Όχι πραγματική, μα ψυχική ώρα
Ατέλειωτη και αχρήστως σπαταλημένη

Κάπου αισθάνομαι ένα μεγάλο κακό
σε πράγματα μικρά

κανονικά, αστεία
που το μυαλό μου λανθασμένα μπερδεύει με λοιμούς.

Ξέρω πως κάπου παράλληλα
σε μιαν άλλη ζωή
θα γελούσα 
και θα αγαπούσα περισσότερο τους ανθρώπους για τα πραγματάκια αυτά
μα σε αυτή τη ζωή
κάτι στο είναι μου

ταρακουνιέται

και όλο γκρινιάζει και μιζεριάζει
κι εγώ θέλω να το πιάσω  απ τα μαλλιά
-για να μην πω απ τα μυαλά-
και να του τα βγάλω τρίχα τρίχα
μετά να το βάλω  στη γωνία, να σταθεί σαν πελεκάνος
για να σκεφτεί.

το ακούω εκεί απ τα έγκατα
να μου κλαψουρίζει.
"κατάλαβέ με" , να λέει

"είμαι ακόμα παιδί 
και τα παιδιά έχουν δικαίωμα 
τα κλάματα να βάζουν"

κι έτσι μου 'ρχετε
να του βάλω τις φωνές και να του πω 
πως

ο παιδικός του χρόνος τέλειωσε
και καλώς ήρθες, μικρό μου εγωϊστάκι ,
στον κόσμο των μεγάλων.
όπου τα κλάματά σου

δεν έχουν σημασία 
και για το θάνατο μιας μύγας
-που λέει ο λόγος-
δεν επιτρέπεται να κλαις.

Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

Στιβαγμένα ανθρωπάκια

Θλιβερό πολύ
να μη μπορεί κανείς
να μείνει μόνος.

να μη μπορεί
την παρέα του εαυτού του
να αντέξει.
να πρέπει πάντοτε
την κενότητά του
με ανθρώπους να γεμίζει.

απομυζόν συναίσθημα
που σε ταλαιπωρεί
σχεδόν εξευτελιστικό.



Και σα να μη συμβαίνει πραγματικά
σαν μη δικό σου να ναι
συ το τρέφεις
το κρατάς κοντά σου, φοβούμενος ότι
...
κάτι.

απροσδιόριστο,ριζωμένο, ηλίθιο.

με αυτό το κάτι
ξυπνάς
και κοιμάσαι
ένα βάρος
στο στήθος
κουβαλάς
και γιατί δεν ξέρεις.
και πώς αναρωτιέσαι
και πολύ φοβάσαι.

μα δεν τολμάς
το βάρος σου
στα μάτια να κοιτάξεις
και των ποδιών σου τη δύναμη να εμπιστευτείς.

Καταλήγεις
ένα βράδυ να πρακαλάς
ξεσπάς
σε κλάματα
νιώθεις
αδικημένος
και ανόητος
και κυρίως

κενός


Στέκεσαι λοιπόν
μόνον τις φορές
που άλλοι σε στέκουν
και το κορμί σου είναι όρθιο
μόνον γιατί άλλα
ανθρωπάκια μικρά στιβαγμένα
μέσα σου
όρθιο σε κρατούν

και άπαξ και γκρεμιστούν
σαν τραυματίες πολέμου
τις κοιλότητές σου με αίμα γεμίζουν
και κάτι σάπιο στην ατμόσφαιρα μυρίζει.






μια προσευχή θα κάνω
τα μάτια στον ουρανό θα στρέψω
και Σε παρακαλώ, θα πω
τη μοναξιά μου
με την παρουσία Σου, γέμισε
τίποτε άλλο δεν θα χρειάζομαι
αν το καλό μέσα μου βρω.

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2017

Ελαττωματικά

Δύσκολο να πολεμάς τη φύση σου
κόντρα στο ποτάμι που δεν παίρνει από λόγια

μια πέτρα που αντιστέκεται, εσύ

Αυτή η φύση τρώει όλη την ψυχή μου
νιώθω σαν 
να προσπαθώ να φυτρώσω ένα χέρι που δεν ήτανε να φυτρώσει
ή να κόψω ένα πόδι 
κόντρα στον οργανισμό μου

Μέχρι τώρα
η φύση μου δεν πείραζε κανένα
αλλά ήρθε η στιγμή που αυτή η φύση
γνώρισε μια άλλη, 
τη δική σου
κι αυτές οι δυο μαζί δεν είναι για να μείνουν.


Τώρα πρέπει όχι για μία 
αλλά για δύο φύσεις να παλέψω
δύο φόβους , δύο συνήθειες 
να τα βολέψω
δύο ψυχές για να κρατήσω μαζί

Αυτό που προσπαθώ
τόσο δύσκολο θαρρείς
αυτό που κάνω 
τόσο ανέφικτο
που ώρες ώρες απελπίζομαι
και λέω

τέρμα, δε μπορώ
για δύο ανθρώπους να παλεύω
γιατί είμαι μόνο ένας
και κάποιες φορές
ούτε και ένας
μισός , λιγότερο από μισός, τίποτα

Οι φόβοι σου δίνουν τροφή στους δικούς μου
με κάνουν κομματάκια
με ζαλίζουν
με φέρνουν σε αδιέξοδο

αντίθετα όλα αυτά που θες απ τα δικά μου
αντίθετα θα νιώσεις και θα πράξεις
κι όλο αυτό
σαν μόνη μου να το σηκώνω
σαν δύο ανθρώπους να κουβαλάω στην πλάτη μου
ή μάλλον
όχι ανθρώπους.
το παρελθόν μας κουβαλάω
τις πιο κρυφές μας απελπισίες
και προσπαθώ να τις ταιριάξω
να βρω ένα τρόπο μαζί να θεραπευτούν
η μια την άλλη από το χέρι να πιάσουν
μα δεν πιστεύω πως το νιώθεις

και μόνη είμαι.
και φοβάμαι.

ξέρω ότι φοβάσαι κι εσύ,
 άλλα πράγματα...

μα
δε με βλέπεις
κάτω στο πάτωμα πεσμένη
πως χωρίς πόδια προσπαθώ να φτάσω την ταχύτητά σου ;

μη μου φωνάζεις άλλο
ότι εσύ πάντα έτσι έτρεχες
γιατί κι εγώ πάντα είχα πόδια!

μα τα κοψα.

ήταν ελαττωματικά

και σε πίστεψα που είπες πως
μαζί θα φτιάξουμε άλλα,
πιο δυνατά.

γι αυτό στάσου λιγάκι

είπες μαζί.

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

Ένα αλλόκοτο χωριό

      Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια ακτή του Βορειονότιου Πόλου, κάθισε ένα κορίτσι. Ακούμπησε σε μια υπερβολικά μυτερή πέτρα για να ξεκουραστεί, όπως από μικρή έβλεπε τους συχωριανούς της να κάνουν,ακόμη κι αν για την ίδια δεν ήταν ποτέ τόσο βολικό. Παρατηρούσε κάποιους ναυτικούς απ το χωριό που έδειχναν πάντοτε αγριεμένοι χωρίς λόγο και όλο έβριζαν, διατηρώντας,όμως, μια περίεργη αδιαφορία γι αυτό, λες και το έβλεπαν από πάνω, λες και δεν το ζούσαν. Το κορίτσι δεν μπορούσε να το καταλάβει.
     Κοιτούσε με τα τεράστια μάτια της το τεράστιο πέλαγος, δίνοντας τροφή στη ρομαντική ψυχή της. Ξάφνου, όμως, η καρδιά της, πελώρια όσο και τα μάτια της  -άλλωστε, αυτά τα πράγματα βγαίνουν πάντα σε αναλογία-  χοροπήδησε και έπεσε μέσα στο νερό, λες και την καλούσαν οι σειρήνες. Το νερό δεν είχε καθόλου αλάτι κι έτσι η καρδιά έπεσε στον πάτο. Το κορίτσι έσκυψε να παρακολουθήσει την πτώση. Τότε το μυαλό της σα να της ψιθύρισε πως κάποιο πρόβλημα υπήρχε μα εκείνη δεν μπορούσε να το νιώσει. Θεώρησε πως το μυαλό της παίζει παιχνίδια κι έτσι, συνέχισε την πορεία της αδιάφορη. Άλλωστε, το πέλαγος,για κάποιο λόγο, ήταν πλέον μικροσκοπικό και το κορίτσι θα μπορούσε όποτε ήθελε να πάρει πίσω εκείνο το αντικείμενο που είχε χάσει. Τι ήταν αυτό , είπαμε; , αναρωτήθηκε το μικρό κορίτσι. Αφού δεν το θυμάμαι,μάλλον δε θα ήταν σημαντικό. Άσε που κάτι πρέπει να έχουν τα μάτια μου, γιατί δεν βλέπω πολύ καθαρά. Άρα, δεν μπορώ να το αναζητήσω αυτή τη στιγμή.
    Έφυγε, λοιπόν, απ την ακτή και πήγε στο σπίτι της. Η μητέρα της, που έπλενε τα πιάτα και καταριόταν ,ήρεμη, την ώρα και τη στιγμή που έκανε οικογένεια, την είδε και με ανέκφραστο πρόσωπο της είπε : Έγινες επιτέλους μεγάλη κοπέλα. Πάνε αυτά τα τρομακτικά τεράστια αυγά που είχες για μάτια. Το κορίτσι όμως -που πλέον ήταν μεγάλη κοπέλα- δεν κατάλαβε κι ούτε ενδιαφέρθηκε περαιτέρω να το κάνει. Σαν να μην την απασχολούσε τίποτα πλέον. Αισθανόταν κάπως κακόκεφη αλλά δεν την ένοιαζε καθόλου.
     Την επομένη, μία φίλη της από παλιά την επισκέφτηκε στο χωριό. Μόλις η μεγάλη πια κοπέλα την αντίκρισε, έβαλε τα γέλια. Μα τι σου συμβαίνει; Τι ενυδρεία είναι αυτά που έχεις για μάτια; Απορώ πώς χωράνε στο κεφάλι σου, είπε στη φίλη της.Η φίλη της πικράθηκε με αυτό το σχόλιο αλλά δεν μίλησε. Παρατηρούσε μόνο πόσο ίδια είχαν μείνει όλα σε αυτό το αλλόκοτο και ανάποδο χωριό απ το οποίο οι γονείς της την είχαν απομακρύνει. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι, σκεφτόταν, κυκλοφορούν εδώ κι εκεί, κάνουν τις δουλειές τους σαν χαμένοι, σαν αδιάφοροι και κοιμισμένοι. Κάθονται σε μυτερές πέτρες χωρίς να πονούν, ξύνουν τις πληγές τους χωρίς να ενδιαφέρονται που τρέχει αίμα ,μαλώνουν σαν τα σκυλιά και βρίζουν. Μα καλά,δεν ενδιαφέρονται για τα συναισθήματα, τα δικά τους και των άλλων; Και τότε η φίλη κατάλαβε. Δεν υπήρχαν συναισθήματα δικά τους ή των άλλων για να νοιαστούν.
    Και τότε θυμήθηκε τις νουθεσίες των γονιών της, λίγο πριν ξεκινήσει για το χωριό :  "Μακριά από την ακτή! Ξέρεις την ιστορία. Ο προπροπροπροπροπάππος σου ,ήταν δήμαρχος σε τούτο το χωριό. Όντας ασυνείδητος και σκληρός, βαρέθηκε να ακούει τα παράπονα των γύρω του σχετικά με την τραχιά του συμπεριφορά. Έτσι, εμφύτευσε ένα ύπουλο μηχανισμό στο ποτάμι που τραβούσε την καρδιά όποιου το πλησίαζε, για να τους κάνει όλους σαν και τον εαυτό του. Με τον καιρό, κανένας άνθρωπος δεν έμεινε με μεγάλα μάτια. Κι έτσι, κανείς δε μπορούσε να δει καθαρά την κατάσταση. Νόμιζαν πως η σμίκρυνση των ματιών σηματοδοτούσε την ωρίμανση. Έτσι έλεγε ο δήμαρχός τους. Τώρα είναι όλοι τους ζωντανοί αλλά νεκροί. Τα πράγματα γύρω τους δεν έχουν σημασία και γι αυτό τα βλέπουν όλα μικροσκοπικά. Έπρεπε λοιπόν να φύγουμε. Για να γλιτώσουμε από αυτό το κακό. Πήγαινε όσο προλαβαίνεις να σώσεις τη φίλη σου! " .
    Ήταν , όμως , πολύ αργά. Το μικρό κορίτσι ήταν μια μεγάλη πια κοπέλα. Η φίλη της, έπρεπε να πάρει δραστικά μέτρα. Πήγε στην ακτή και,σε συνεργασία με τους γονείς της, άπενεργοποίησε το μηχανισμό που ο μέγαλος εφευρέτης πρόγονός της είχε αφήσει κληρονομιά. Τόσα χρόνια που έλειπαν απ το χωριό, ερευνούσαν τον τρόπο λειτουργίας του για να τον καταστρέψουν. Φυσικά, είχε πάρει προστατευτικά μέτρα για τη δική της καρδιά. Έπειτα, με ένα γερανό μάζεψε από το νερό όλες τις πεταμένες  και χαμένες καρδιές, και τις απόθεσε στην πλατεία του χωριού. Φώναξε όλους τους ντόπιους, τοποθέτησε ένα μεγενθυντικό φακό μπροστά από το σωρό των καρδιών για να μπορέσουν με τα μικρά μάτια τους να τις διακρίνουν και τους εξήγησε το φρικτό έγκλημα. Έδειξαν να το εννοούν. Θυμήθηκαν πως κάποτε είχαν μια καρδιά και μεγάλα κοφτερά μάτια για να παρατηρούν τα πάντα. Τις πήραν πίσω και τις ξαναέβαλαν στη θέση τους.
   Τότε όλα άλλαξαν. Αισθάνθηκαν ελεύθεροι και χαρούμενοι ξανά, έβλεπαν καθαρά, μπορούσαν και να κλάψουν!

 Από εκείνη τη μέρα τίποτα δεν είναι ίδιο σε εκείνο το χωριό. Οι άνθρωποι αγκαλιάζονται ξανά, κάνουν γιορτές και χτίζουν σχέσεις με σημασία.

   Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.


   Εμείς καλύτερα γιατί δεν μάθαμε από πρώτο χέρι πως αρκεί ένας άνθρωπος για να πείσει τους υπόλοιπους πως μπορούν να ζήσουν χωρίς καρδιά. Κι αρκεί, επίσης, ένας άνθρωπος για να τους θυμήσει  πόσο πολύ τη χρειάζονται.

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

Πολυθρόνα

Το πρόσωπό σου αλλάζει
με τα χρόνια.
πρώτα ήσουν μελαχρινός, μετά καστανός, μετά ξανθός
και μετά ξανά
όχι απαραίτητα με την ίδια σειρά.
Τα μάτια σου αλλάζουν χρώμα, το δέρμα σου,η μυρωδιά σου

η μουσική που ακούς, η οικογένειά σου, οι φίλοι σου
αυτά που σε απασχολούν , τα συναισθήματα σου για μένα
ακόμα κι αυτά, αλλάζουν.
Ένα πράγμα μόνο δεν αλλάζει.


εγώ


Ο κοινός παρονομαστής.

Κι εσύ, ναι εσύ, η ξανθιά 
αλλάζεις.
γίνεσαι καστανή και μετά κάτι άλλο
άλλοτε είσαι ευχάριστη, τρυφερή ,αστεία
άλλοτε με πληγώνεις , μου φωνάζεις

αλλάζεις.
Μόνο εγώ μένω ίδια ενώ εσύ περνάς 
κι εσύ ξανάρχεσαι 
και εσύ φεύγεις μια για πάντα.

Είμαι σα μια πολυθρόνα 
πάνω μου κάθεσαι πότε εσύ και πότε εσύ
και πότε κάποιος άλλος εσύ.
μένεις για πολύ
μένεις για λίγο
δε μένεις καθόλου
με σκαλίζεις
με προσέχεις
μου αλλάζεις κάλυμμα
με ζεσταίνεις
ρίχνεις πάνω μου τα δάκρυά σου
ό,τι χρειάζεσαι κάθε φορά.
είσαι πάντα διαφορετικός

κι είσαι πάντα διαφορετική
και κάθε φορά σε αγαπώ 
απλά και παιδιάστικα
τυφλά και ρομαντικά
γιατί έτσι είμαι εγώ.

εσύ ποικίλλεις. 
αλλάζεις μορφές και σχήματα

εσένα δεν ξέρω ακόμα το όνομά σου
δεν έχω ιδέα που θα με πας

τι έχεις να δείξεις
τι τρως το μεσημέρι
πως θα γνωριστούμε.
εσένα δεν σε έχω ακόμη συναντήσει

αλλά εγώ είμαι εδώ
κι εσείς εκεί. 
περνάτε μπροστά μου ή μέσα μου
διασταυρώνεστε ή οχι
αλλά εγώ είμαι πάντα εγώ
ενώ εσύ , 
όλοι εσείς.

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

Λογικοί εγωιστές

Τελευταία σκέφτομαι πόσο όλα κρέμονται από μια κλωστή.
Κάποιες φορές, αυτή είναι πιο παχιά ενώ κάποιες άλλες είναι έτοιμη να σπάσει.
Παραμένει, ωστόσο, μια κλωστή. Λεπτή και εύθραυστη από τη φύση της.

Ακόμη και τα πράγματα που θεωρούμε σταθερά στη ζωή μας, δεν αντέχουν το χαρακτηρισμό αυτό. Οι σχέσεις που χρόνια δημιουργούμε, φαίνονται ώρες- ώρες να μην έχουν πού να ακουμπήσουν. Μπορούν να χαλάσουν από κάτι όχι και τόσο σημαντικό. Τώρα θα μου πεις πως μάλλον δεν είχαν γερές βάσεις εξ αρχής, αλλά τείνω να πιστέψω πως κι αυτές που έχουν, είναι ,επίσης, ανεξήγητα εύθραυστες. Κι αυτό είναι κάτι που με λυπεί ιδιαιτέρως.

Έχω αυτή τη θεωρία ότι, στην ουσία, σχεδόν καμία σχέση δεν είναι αυθεντική. Όλοι βλέπουμε αυτό που θέλουμε να δούμε, μια προέκταση του εαυτού μας ή κάποιας ανάγκης μας. Το άλλο άτομο φαίνεται κομπάρσος μέσα στη σχέση που απαρτίζεται κι απ τους δυο μας. Ο εαυτός μας είναι τόσο σημαντικότερος που το τοπίο θολώνει και δεν μπορούμε να διακρίνουμε τη μορφή του. Φιλτράρουμε τα πάντα μέσα απ την υποκειμενική σκοπιά μας - και τι να κάνουμε άλλωστε; - κι έτσι, ο άλλος δεν υπάρχει ποτέ μέσα μας όπως πραγματικά είναι. Κάνουμε πράγματα γιατί ωφελούν εμάς ή ,στην καλύτερη περίπτωση, και εμάς. Και με αυτό το σκεπτικό, αναρωτιέμαι αν κανείς νοιάζεται ποτέ για κανένα αληθινά. Αν όλα αποσκοπούν στην ικανοποίηση του εγώ μας , θα μπορούσαμε να πούμε πως όλοι χρησιμοποιούμε ο ένας τον άλλο; Πώς γι αυτό χαλούν τόσες φιλίες ή ερωτικές σχέσεις; Επειδή ακριβώς το άλλο άτομο δεν μας καλύπτει πια; Κι αν ναι, τι είδους άτομα είμαστε;

Λένε πως η αγάπη είναι εγωιστική και είμαι στη δυσάρεστη θέση να ομολογήσω πως δεν έχω κάποιο πρόχειρο αντεπιχείρημα( Θα ήθελα πολύ, ωστόσο, γιατί η συνειδητοποίηση αυτή δεν είναι συμβατή με το ρομαντικό κόσμο μου.).
Στηρίζω αυτές τις σκέψεις σε γεγονότα καθημερινά, προσωπικά ή μη.
Φεύγουμε από σχέσεις γιατί δεν θέλουμε πλέον κάτι άλλο, βάζοντας πάνω απ όλα τον εαυτό μας και αφήνοντας το σύντροφό μας στην τύχη του. Προτιμούμε ένα φίλο από ένα άλλο γιατί τη δεδομένη χρονική στιγμή εκείνος μας ταιριάζει περισσότερο, μη σκεπτόμενοι το άτομο που απορρίπτουμε. Μη φανταστείτε πως μας κατηγορώ, ούτε πως βγάζω τον εαυτό μου απ έξω. Αλλά είμαι θυμωμένη και απογοητευμένη. Πως είναι δυνατό να είμαστε τόσο εγωιστές και απερίσκεπτοι όσον αφορά τους άλλους ανθρώπους; Πως γίνεται πάντα ο κόσμος μας να περιστρέφεται γύρω από εμάς;
Συγχωρήστε μου το παραλήρημα.

Βέβαια, καταλήγω, όλο αυτό είναι λογικό καθώς με τον εαυτό μας ζούμε και πεθαίνουμε. Αλλά τουλάχιστον ας ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα. Ας αναγνωρίσουμε τον εγωισμό μας και ας αποδεχτούμε πως ό,τι κάνουμε είναι για εμάς και ό,τι κάνουν οι άλλοι για εμάς, δεν είναι όντως για εμάς. Έτσι, δε θα χρειάζεται να θυμώνουμε με κανένα. Δε θα ουρλιάζουμε πια : « Μόνο τον εαυτό σου σκέφτεσαι !» . Γιατί θα το θεωρούμε κάτι φυσιολογικό και αδιαμφισβήτητο. Προφανώς και σκέφτεται τον εαυτό του.
Θα ήταν, όμως, συνετό να σκεφτούμε πως έτσι είναι η ανθρώπινη φύση και να κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια; Ή μήπως όλοι κολλήσαμε στη φάση του εγωκεντρισμού που είναι φυσιολογική για τα μικρά παιδιά αλλά όχι για τους μεγάλους κι ώριμους ανθρώπους και μπορούμε να ξεκολλήσουμε; Μήπως εν τέλει η διαφορά έγκειται στον αν κάποιος σκέφτεται μόνο τον εαυτό του;


Στη δεδομένη μη ιδανική κατάσταση θεωρώ ιδανικό το να καταφέρουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι όλοι είμαστε ένα μάτσο εγωιστές που έχουν, όμως, το προνόμιο της λογικής, της ενσυναίσθησης. Η κατάσταση θα μπορούσε να εξισορροπηθεί αν βρίσκαμε το κουράγιο να γελάσουμε με τους εαυτούς μας για όλη την αφέλεια και την ανωριμότητά μας. Κι εκτός αυτού,να πάρουμε την ευθύνη να χειριστούμε λογικά τον πρωτόγονο εγωκεντρισμό που μας κυριαρχεί προς όφελος και δικό μας αλλά και των άλλων. Παρόλα αυτά, ακόμη και τότε, η κλωστή δε θα αντικαθιστούνταν από κάτι λιγότερο εύθραυστο. Απλώς εμείς θα είχαμε προνοήσει να στρώσουμε κάτω κάτι μαλακό ώστε η προσγείωση που θα ξέρουμε πως θα έρθει να είναι πιο ομαλή, λιγότερο τραυματική, δραματική και ανεξήγητη. Ή τουλάχιστον, μέχρι εδώ μπορεί να φτάσει η σκέψη μου τη συγκεκριμένη στιγμή.