Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Μαρίνα

The little girl just could not sleep 
because her thoughts were way too deep
Her mind was gone out for a stroll 
and fallen down the rabbit hole...




Αυτό το κορίτσι δεν θα το ξεχάσω ποτέ.

Γνώρισα τη Μαρίνα στην πτέρυγα του ψυχιατρείου.
Καθόμουν σε μια καρέκλα όταν ήρθε με τη μητέρα της. Ήταν μια κοπέλα γύρω στα 27, μετρίου αναστήματος, λεπτή , με σχιστά και ταλαιπωρημένα μάτια. Η μητέρα της ήταν μικροκαμωμένη, κι αυτή κουρασμένη μα αισιόδοξη. Έστεκε βράχος δίπλα της. Της μιλούσε για απλά πράγματα, καθημερινά και απλά. Η Μαρίνα ήταν σιωπηλή και κοιτούσε το κενό. Κάθε πότε , όταν δεν άντεχε την αναμονή, ρωτούσε πού ήταν η γιατρός που περίμενε. Κάνε υπομονή, της έλεγε η μαμά της, σε λίγο θα έρθει η σειρά μας. Συχνά, σηκωνόταν, έφευγε από το δωμάτιο αναμονής σαν να την ενοχλούσε η φασαρία. Σαν να ήταν έτοιμη να εκραγεί μα κρατιόταν. Στο πρόσωπό της, ανάμεικτη η απελπισία, η κούραση , η ενόχληση αλλά και μια περίεργη ηρεμία. Πού και πού μου έριχνε μια πλάγια ματιά , γρήγορη και εξεταστική με αυτά τα σχιστά , καστανά μάτια μα δεν με πείραζε καθόλου. Δεν το έκανε από αγένεια. Μου θύμισε όταν ήμουν παιδί που έριχνα κλεφτές ματιές σε άλλα παιδάκια από απλή περιέργεια και ενδιαφέρον. Λες και σε λίγο θα με ρωτούσε αν θέλω να γίνουμε φίλες...

Η μητέρα της έπιασε συζήτηση με μια άλλη κυρία και η συζήτηση επεκτάθηκε και σε μένα. Έμαθα ότι η Μαρίνα είχε κάποια νευρολογικά προβλήματα αρχικά. Μία σπάνια πάθηση ή κάτι τέτοιο. Έπαιρνε φάρμακα, όμως, και ήταν όλα καλά. Ζούσε με τον αραβωνιαστικό της και δούλευε. Ώσπου αποφάσισε να τα σταματήσει στα κρυφά. Ύστερα απ' αυτό, έπαθε ψυχωτικό επεισόδιο. Ο κόσμος της έμοιαζε εχθρικός και αφιλόξενος. Αλλά το Μαρινάκι μου, ήταν η χαρά της ζωής και θα πάνε όλα καλά, άκουγα τη μαμά της...

Θυμάμαι πως από τη στιγμή που είδα τη Μαρίνα αισθάνθηκα να νοιάζομαι γι αυτή. Υπήρχε ένα καθρέφτισμα κάπου. Ίσως επειδή μοιάζαμε. Ίσως επειδή έχω αισθανθεί αυτή τη σιωπή της, αυτό το κενό βλέμμα, αυτή την απελπισία, μια "αδυναμία" που μας έφερνε στον ίδιο χώρο, μία δυνατή μητέρα που χρειάστηκε να ταλαιπωρήσουμε. Κι όταν με κοίταζε έτσι δειλά και ήρεμα, νόμιζα πως κάπως το ένιωθε κι εκείνη. Πως κάπως μου ζητούσε λίγη βοήθεια ή μια πράξη αγάπης, όπως θα ήθελε ο καθένας να έχει από το πρόσωπο που βλέπει στον καθρέφτη. Της χαμογελούσα. Ένα χαμόγελο μικρό και ήρεμο μα τόσο αληθινό. Έβγαινε κατευθείαν από την καρδιά μου, αφιλτράριστο και αυθεντικό. Μαζί του έστελνα την ανησυχία μου, την κατανόηση και τις καλύτερες ευχές που μπορούσα να σκεφτώ...

Η μητέρα της με ρώτησε γιατί ήμουν εκεί και της είπα την ιστορία μου για τις κρίσεις πανικού. Αισθάνθηκα από αυτή την οικογένεια το ίδιο νοιάξιμο που είχα κι εγώ για τις ίδιες. Μέσα σε λίγες λέξεις και λίγα λεπτά. Εύχονταν να είμαι καλά και το ήξερα. 

Ήθελα να μιλήσω στη Μαρίνα. Να ακούσω τη φωνή της. Να την καταλάβω. Πιάστηκα από κάτι μηδαμινό και τη ρώτησα τι σπούδασε. Εκείνη μου απάντησε με ένα κοφτό τρόπο, σαν να έπρεπε να το πει όλο με μια ανάσα, όπως όταν μας εξέταζαν στην ιστορία. Σαν να της απηύθυναν το λόγο τόσο σπάνια πλέον και ήθελε να τα πει όλα σωστά. Ήθελα να τη ρωτήσω κι άλλα πράγματα και να της πω άλλα τόσα. Ήθελα να την ξαναδω, να τη βοηθήσω ίσως, να γνωρίζω ότι θα είναι καλά. Δεν είπα τίποτα όμως. Δε χρειαζόταν. Ο χώρος γύρω μας ήταν πλημμυρισμένος από όλα αυτά που δεν ξεστομίζαμε. Και γι αυτό ήταν περιττά. Η Μαρίνα ήξερε πως ναι, ήθελα να γίνουμε φίλες...

Τις στιγμές που έφευγε από το δωμάτιο μου μετέφερε όλη τη στεναχώρια και τη θολούρα της. Κι είχα τόσο μεγάλη ανάγκη να σηκωθώ και να την αγκαλιάσω. Να της πω πόσο όμορφη είναι και πόσο σίγουρη είμαι ότι θα βγει από τη φυλακή της.

Έβλεπα στην κοπέλα αυτή τον καθένα από εμάς. Όλοι θα μπορούσαμε να είμαστε στη θέση της. Στο δωμάτιο αναμονής ενός ψυχιατρείου. Σ' ένα ψυχιατρείο; Απαπα! Μακριά! Αυτά είναι για τους τρελούς. Μόνο που εγώ δεν γνώρισα καμία τρελή κοπέλα σε αυτό το δωμάτιο. Είδα πόνο αλλά και ελπίδα. Είδα στήριξη από την οικογένεια. Άσπρο και μαύρο. Επιθυμία για αγάπη και ζωή. Καλή ζωή. Σαν να θυμίζει λίγο τη ζωή όλων μας... Ή μου φαίνεται;


Φώναξαν τον όνομά μου κι έπρεπε να φύγω. Χαιρέτησα τη μητέρα της και τη Μαρίνα ξεχωριστά. Με κοίταξε στα μάτια , πράγμα που σημαίνει ότι άφησε για λίγο το κενό της και μου είπε : "Γεια σου κοπέλα μου!"
Ένα "μου" που ήξερα τι σήμαινε.
Ήταν η πιο σύντομη και η πιο ξεχωριστή φιλία που έζησα ποτε!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου